ασύλληπτος

ασύλληπτος
η , ο [ος , ον ]
1) несхваченный; непойманный; неуловимый; 2) непостижимый, невообразимый

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "ασύλληπτος" в других словарях:

  • ἀσύλληπτος — not conceiving masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ασύλληπτος — η, ο (AM ἀσύλληπτος, ον) μσν. νεοελλ. (για καταδιωκόμενο) που δεν έχει ή που δεν μπορεί να συλληφθεί νεοελλ. 1. ακατάληπτος, ανεξιχνίαστος 2. λεπτοφυής, υπερβολικά λεπτός, αόρατος αρχ. (για γυναίκα) που δεν μπορεί να συλλάβει ή να κυοφορήσει …   Dictionary of Greek

  • ασύλληπτος — η, ο επίρρ. α 1. εκείνος τον οποίο δεν μπορεί κανείς να συλλάβει, ο άπιαστος: Οι ληστές παραμένουν ακόμη ασύλληπτοι. 2. αυτός τον οποίο δεν μπορεί να καταλάβει κανείς, ο ακατανόητος: Η φιλοσοφική αυτή άποψη καταντά ασύλληπτη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀσύλληπτον — ἀσύλληπτος not conceiving masc/fem acc sg ἀσύλληπτος not conceiving neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσυλλήπτους — ἀσύλληπτος not conceiving masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσύλληπτα — ἀσύλληπτος not conceiving neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσύλληπτοι — ἀσύλληπτος not conceiving masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άληπτος — ἄληπτος, ον (Α) [λαμβάνω] 1. αυτός που δεν μπορεί κανείς να τόν νικήσει ή να τόν πιάσει, ακατάβλητος, ασύλληπτος 2. ακατάληπτος, ακατανόητος 3. (στη στωική φιλοσοφία) (ο πληθ. ουδ. ως ουσ.) τα άληπτα τα απαράδεκτα, σε αντίθ. προς τα ληπτά …   Dictionary of Greek

  • άπιαστος — η, ο (Μ ἄπιαστος, ον) αυτός που δεν έχει ή δεν είναι δυνατόν να πιαστεί, ο ασύλληπτος …   Dictionary of Greek

  • αζώγρητος — η, ο (Α ἀζώγρητος, ον) [ζωγρῶ] αυτός που δεν πιάστηκε αιχμάλωτος, ασύλληπτος …   Dictionary of Greek

  • αμήχανος — η, ο (Α ἀμήχανος, ον) αυτός που βρίσκεται σε αμηχανία, που δεν ξέρει τί να κάνει αρχ. 1. αυτός που δεν έχει μέσα ή πόρους, ανίσχυρος, αδύνατος 2. ανίκανος, ανεπιτήδειος 3. αυτός που δεν παρέχει πόρους και συνεκδοχικά ανώφελος, άχρηστος 4.… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»